ἄττομαι

ἄττομαι
Grammatical information: v.
Meaning: `set the warp in the loom, i.e. begin the web' (Hermipp. 2).
Derivatives: ἄσμα `warp' (AB), mostly δίασμα (Call.). διάζομαι (Nicophon), s. below; cf. ἄττεσθαι· διάζεσθαι στήμονα. H.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: ἄττομαι \< *ἄτ-ι̯ομαι; beside it δι-άζομαι, analogal after the verbs in -ζω. Origin uncertain. Bezzenberger BB 5, 313, Bechtel Lex. 130f. connect ἤτριον, s. v. G. Meyer BphW 1891, 570 and Alb. Stud. 3, 24: to Alb. ent, int `set the worp in the loom'; impossible, as *h₁nt- gave *εντ- in Greek; perhaps related as a non-IE word? In the same way relation with Hitt. hatk(u)- would give *Hnt- \> *ἀντ-. Further Skt. átka- m. `dress' has been considerd. (?). Cf. ἔξαστις.
Page in Frisk: 1,183

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • έξαστις — ἔξαστις και ἔξεστις, η (Α) 1. παρυφή, ούγια 2. κρόσσι. [ΕΤΥΜΟΛ. Τεχνικός όρος αβέβαιης ετυμολ. Η υπόθεση ότι έξαστίς < *εξ αν στις < εξανίστημι με αποκοπή και απώλεια τού έρρινου δεν είναι ικανοποιητική. Πρόκειται πιθ. για όνομα δηλωτικό… …   Dictionary of Greek

  • διάζομαι — (AM διάζομαι) 1. ετοιμάζω το στημόνι για τον αργαλειό 2. επείγομαι, βιάζομαι αρχ. διευθετώ στον ιστό τον στήμονα, αρχίζω να υφαίνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < διά + άττομαι (< *άτ ψομαι). Ο τ. διάζομαι σχηματίστηκε αναλογικά προς τα ρήματα σε ζω] …   Dictionary of Greek

  • ent- (better ant-?) (*ḫ-ent) —     ent (better ant ?) (*ḫ ent)     English meaning: to weave     Deutsche Übersetzung: “anzetteln, weben” (??)     Note: Root ent (better ant ?) : “to weave” derived from a truncated Root u̯ebh 1 : “to weave, plait” through an Illyr. Alb.… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.